mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

Πυργί

mastixi.blogspot.com

Ελάτα

mastixi.blogspot.com

Μεστά

mastixi.blogspot.com

Ολύμποι

mastixi.blogspot.com

Βέσσα

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

Λιμένας Μεστών

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

mastixi.blogspot.com

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

Πρόθεση για ευνοϊκότερο καθεστώς φόρου για μέλη Συνεταιρισμών!!!





Μετά από συνεχείς παρεμβάσεις και επιχειρήματα για το αδιέξοδο που προκαλείται στον πρωτογενή τομέα απ΄ τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, ένα πάγιο εδώ και 2 χρόνια αίτημα της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών Χίου, φαίνεται ότι αρχίζει να λαμβάνεται σοβαρά υπ όψιν απ την πολιτική ηγεσία αλλά και απ τους υπηρεσιακούς παράγοντες των Υπουργείων Οικονομικών & Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Θα περιμένουμε με μεγάλη ανυπομονησία να δούμε να εφαρμόζονται όλα αυτά, για το καλό της Εθνικής Οικονομίας και της Μαστιχοκαλλιέργειας.
-----------------------
Εντείνονται οι διεργασίες για την επανεξέταση του καθεστώτος φορολογίας των αγροτών, µε την επάνοδο στο καθεστώς του τεκµαρτού να κερδίζει συνεχώς έδαφος.
 

 Αναγκαία θεωρείται επίσης η δραστική µείωση του φορολογικού συντελεστή για όσους συµµετέχουν σε συλλογικά σχήµατα (συνεταιρισµοί, Οµάδες Παραγωγών) προκειµένου να αντιµετωπιστεί η «µαύρη αγορά» και να εισπράξει τελικά κάτι και το ∆ηµόσιο.

Νέες πληροφορίες της Agrenda αναφέρουν ότι το θέµα χειρίζονται τα συναρµόδια υπουργεία (Αγροτικής Ανάπτυξης, Οικονοµικών, Εργασίας), έχοντας αντιληφθεί ότι η καταβαράθρωση των κρατικών εσόδων, ελέω µνηµονίων, πρέπει µε κάθε τρόπο να ανακοπεί τώρα, προτού οδηγήσει σε οριστική έξοδο από το επάγγελµα τη µεγάλη µάζα των συντελεστών της αγροτικής παραγωγής και αποδυναµώσει έτσι περαιτέρω τις οργανωτικές οµάδες τους (συνεταιρισµοί, οµάδες κ.λπ.).

Για το ζήτηµα όπως αποκαλύπτει σήµερα η Agrenda πραγµατοποιήθηκε προ ολίγων ηµερών συνάντηση εργασίας των αρµόδιων υπουργών Βαγγέλη Αποστόλου, Κατερίνας Παπανάτσιου και Έφης Αχτσιόγλου, ούτως ώστε οι προωθούµενες αλλαγές, που σε κάθε περίπτωση, θα τρέξουν, µετά τον Αύγουστο, να συνδυάσουν ένα «κοκτέιλ» ελαφρύνσεων, που θα περιλαµβάνει τους συντελεστές φόρου, αλλά και τις ασφαλιστικές εισφορές προς τον ΕΦΚΑ (πρώην ΟΓΑ).

Την ατζέντα των συζητήσεων επιβεβαίωσε µε δηλώσεις του ο πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισµών Ιεράπετρας Νίκος ∆ασκαλάκης, που την ηµέρα της επίµαχης σύσκεψης βρέθηκε στη Βάθη, για έτερη συνάντηση µε συνεταιριστές.

Κάτω 50% φορολογικό κόστος 


Όπως τόνισε µπαίνει για πρώτη φορά στα σοβαρά ως θέµα προς συζήτηση στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, το φορολογικό και το ασφαλιστικό ζήτηµα και το αποτέλεσµα από όσα ακούστηκαν θα µπορούσε να χαρακτηριστεί σε αυτή τη φάση θετικό. Κι αυτό γιατί όπως, λέει «συζητήθηκε ότι είναι διαπιστωµένη πλέον η δραµατική µείωση των φορολογικών εσόδων στον αγροτικό τοµέα, µετά τις αυξήσεις που προηγήθηκαν, αφού πλέον οι παραγωγοί αναζητούν και όπως φαίνεται βρίσκουν τρόπους να φοροδιαφεύγουν, µέσα και από την αδήλωτη διακίνηση προϊόντων».

Αυτό είναι κάτι που έχει καταλάβει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, τόνισε ο κ. ∆ασκαλάκης και «προς αυτή την κατεύθυνση αναζητούνται λύσεις, ενώ για πρώτη φορά δόθηκε η δέσµευση πως θα υπάρξουν µειώσεις σε φορολογία και ασφάλιση µετά τον Αύγουστο και την λήξη των µνηµονιακών υποχρεώσεων».

Μια βασική πρόταση που τέθηκε από πλευράς των παραγωγών ήταν η φορολογία να γίνεται µε τεκµαρτό και αντικειµενικό τρόπο ανά προϊόν και σύµφωνα µε τους πρώτους υπολογισµούς αυτή η αλλαγή ρίχνει περίπου στο 50% το φορολογικό κόστος.

Οι συµµετέχοντες στη συνάντηση είχαν προετοιµάσει και αρκετές άλλες προτάσεις τις οποίες το υπουργείο φέρεται έτοιµο να συζητήσει, ενώ βρίσκεται σε συνεργασία µε τα συναρµόδια υπουργεία Εργασίας και Οικονοµικών, ώστε να συζητηθούν τα θέµατα αυτά συνδυαστικά και µε τα ασφαλιστικά ώστε να προκύψει µια συντονισµένη λύση.

Σε δύο κατευθύνσεις εστιάζονται οι προωθούµενες αλλαγές, όπως έγραψε πρώτη η Agrenda, στο προηγούµενο φύλλο της. 


Ειδικότερα προβλέπεται:

α) ∆ραστική µείωση του φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα που συµµετέχουν σε συλλογικές προσπάθειες (Συνεταιρισµοί, Οµάδες Παραγωγών κ.α.)

β) Επανεξέταση της λύσης του τεκµαρτού εισοδήµατος, ως βάση υπολογισµού του φόρου για τους αγρότες µεσαίας εισοδηµατικής τάξης, οι οποίοι σήµερα είναι υποχρεωµένοι να τηρούν λογιστικά βιβλία.

Οι πληροφορίες της Agrenda λένε ότι τα θέµατα αυτά απασχολούν εδώ και καιρό το οικονοµικό επιτελείο της κυβέρνησης, ενώ τις τελευταίες ηµέρες αποτέλεσαν εκ νέου αντικείµενο συζήτησης στις επαφές της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης µε αντιπροσωπείες των αγροτών µε αφορµή και τις εν εξελίξει κινητοποιήσεις.

Λέγεται µάλιστα ότι η κατεύθυνση που έχει δοθεί προς τους εργαζόµενους, είναι η από κοινού ανάθεση µελέτης η οποία να αναδεικνύει τα προβλήµατα, τόσο σε σχέση µε την παραοικονοµία που αναπτύσσεται λόγω υπερφορολογίας, όσο και της υστέρησης που παρατηρείται επίσης στα φορολογικά έσοδα.

ΚΙΝΗΤΡΑ

  1. Οργανωμένοι με μικρότερη φορολογία
  2. Ευνοϊκότερο καθεστώς φόρου για μέλη Ομάδων 

Η υπο-απόδοση των κρατικών εσόδων οδηγεί σε αντικειμενικό τρόπο προσδιορισμού του εισοδήματος και μείωση εισφορών ΕΦΚΑ 
Η πορεία των εσόδων του κράτους αποδεικνύει ότι οι επιβαρύνσεις για τους µικρούς αγρότες είναι από ανύπαρκτες έως ελάχιστες, αλλά εκτιµάται ότι θ’ ανέλθουν, αν το εισόδηµα προσδιορίζεται µε αντικειµενικό τρόπο.



ΤOY ΑΛΕΞΑΝ∆ΡΟΥ ΜΠΙΚΑ
mpikas@agronews.gr
Πηγή : Agrenda Σάββατο 3 & Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018 ΡΕΠΟΡΤΑΖ.EΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Το ειδικό καθεστώς Φ.Π.Α. αγροτών μετά τον ν. 4410/2016.....Τέλος και στην επιστροφή ΦΠΑ των αγροτών ειδικού καθεστώτος!!!


Με την ΠΟΛ 1201/2016 κοινοποιούνται οι διατάξεις του άρθρου 47 του ν.4410 /2016, οι οποίες ισχύουν από 1.1.2017 και με τις οποίες, αντικαθίσταται το άρθρο 41 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), με σκοπό τη βελτίωση και απλοποίηση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ αγροτών και την πλήρη εναρμόνισή του με το κοινοτικό δίκαιο και παρέχονται οι ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή του.

Εν συντομία, οι βασικές αλλαγές που επέρχονται στο ειδικό καθεστώς των αγροτών είναι οι ακόλουθες:

·    Ως προς τον προσδιορισμό των ορίων που αποτελούν τα κριτήρια για την παραμονή στο ειδικό καθεστώς ή τη μετάταξη στο κανονικό καθεστώς, με σαφήνεια ορίζεται ότι στις 15.000 ευρώ περιλαμβάνεται η αξία όλων των παραδόσεων αγροτικών προϊόντων ιδίας παραγωγής και των παροχών αγροτικών υπηρεσιών προς κάθε πρόσωπο, που πραγματοποιήθηκαν στο προηγούμενο φορολογικό έτος, και στις 5.000 ευρώ περιλαμβάνεται κάθε είδους επιδότηση που έλαβαν οι αγρότες.

·    Προβλέπεται η υποχρέωση έκδοσης ειδικού στοιχείου από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος για παραδόσεις των προϊόντων τους ή παροχές αγροτικών υπηρεσιών προς άλλους αγρότες του ειδικού καθεστώτος ή προς πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο και η υποχρεωτική εγγραφή των εν λόγω αγροτών στο ειδικό καθεστώς, ακόμη και στην περίπτωση που αποκλειστικά πραγματοποιούν αυτές τις πράξεις.
 

  • Ορίζεται η υποχρεωτική υπαγωγή της αγροτικής εκμετάλλευσης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ στις περιπτώσεις που οι αγρότες παράλληλα ασκούν και άλλη δραστηριότητα για την οποία υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων που πωλούν τα προϊόντα τους στις λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή τα εξάγουν ή τα παραδίδουν ενδοκοινοτικά ή διαχειρίζονται ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή λειτουργούν αγροτοτουριστικές μονάδες. 
  • Επακόλουθα, καταργείται η επιστροφή ΦΠΑ με τον κατ' αποκοπή συντελεστή 3% στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος που δικαιούνταν της επιστροφής αυτής. 
  • Σε περίπτωση προαιρετικής μετάταξης από το ειδικό καθεστώς αγροτών στο κανονικό καθεστώς, η υποχρεωτική παραμονή σε αυτό είναι πλέον τριετής αντί πενταετής.

Πηγή: Taxheaven

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Οι αλλαγές στην φορολογία των αγροτών για το φορολογικός έτος 2016



Για τους περισσότερους η διευθέτηση των υποχρεώσεων τους προς την εφορία λόγω της γραφειοκρατίας, της πολυνομίας και του διαρκώς μεταβαλλόμενου φορολογικού πλαισίου είναι μια διαδικασία χρονοβόρα και πολύπλοκη. Ιδιαίτερα το φορολογικό πλαίσιο που διέπει τους Έλληνες αγρότες βρίθει αλλαγών και ανατροπών. 

Συχνά γινόμαστε δέκτες  πλήθος δικαιολογημένων  ερωτήσεων αναφορικά με τις αλλαγές που επέρχονται. Σε μια προσπάθεια να δοθούν όλες οι απαραίτητες πληροφορίες, επεξηγηματικές σημειώσεις, οδηγίες και διευκρινίσεις κωδικοποιήσαμε τις αλλαγές στην φορολογία αγροτών για το φορολογικό έτος 2016.

Η πρώτη  σημαντική  αλλαγή είναι ο ορισμός του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη. Σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία  λοιπόν κατ' επάγγελμα αγρότες, θεωρούνται αυτοί που τουλάχιστον το 50% του εισοδήματός τους προέρχεται από αγροτική δραστηριότητα (άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.3874/2016 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4389/2016) και ψηφίστηκε το Μάιο του 2016 από την Ελληνική Βουλή.

Αναλυτικότερα το άρθρο 65 ορίζει:
1. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3874/2010 (Α ́151), όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής:

α) Η περίπτωση α ́ της παρ. 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Επαγγελματίας αγρότης είναι το ενήλικο φυσικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, εφόσον πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
αα) Είναι κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης.
αβ) Ασχολείται επαγγελματικά με αγροτική δραστηριότητα στην εκμετάλλευσή του τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του.
αγ) Λαμβάνει από την απασχόλησή του σε αγροτική δραστηριότητα το 50% τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου εισοδήματός του (από 35% που ίσχυε).
αδ) Είναι ασφαλισμένος ο ίδιος και η αγροτική του εκμετάλλευση, όπου απαιτείται, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
αε) Τηρεί λογιστικά βιβλία, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.»

Σημαντικές είναι οι αλλαγές που ορίζει το άρθρο 65 και για τους αλιείς. Συγκεκριμένα:

β) Η υποπερίπτωση βα ́ της περίπτωσης β ́ της παρ. 1αντικαθίσταται ως εξής:
«βα) Είναι κάτοχος ατομικής επαγγελματικής άδειας αλιείας και ιδιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, μισθωτής ή συμμετέχει, με οποιονδήποτε τρόπο, στην εκμετάλλευση επαγγελματικού αλιευτικού σκάφους εκτός από σκάφη υπερπόντιας αλιείας ή απασχολείται στην υδατοκαλλιέργεια ως κάτοχος ή μισθωτής υδατοκαλλιεργητικής εκμετάλλευσης. Το ως άνω φυσικό πρόσωπο ασχολείται με μία ή περισσότερες εκ των ανωτέρω δραστηριοτήτων τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου
εργασίας του και λαμβάνει από την απασχόλησή του αυτή το 50%τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου εισοδήματός του.»

γ) Η υποπερίπτωση βγ ́ της περίπτωσης β ́ της παραγράφου 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«βγ) Είναι ασφαλισμένος, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Οι προϋποθέσεις της απόληψης του 50% τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου εισοδήματος και της προμήθειας καυσίμων θαλάσσης απαιτείται να συντρέχουν για τους ιδιοκτήτες επαγγελματικών αλιευτικών σκαφών ολικού μήκους μέχρι έξι (6) μέτρα.»

2. Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2520/1997 (Α ́173), όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής:

α) Η υποπερίπτωση ββ ́ της περίπτωσης α ́ της παρ. 1αντικαθίσταται ως εξής: «ββ) Ασχολείται επαγγελματικά με αγροτική δραστηριότητα στην εκμετάλλευση τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του και λαμβάνει από την απασχόλησή του αυτή το 50% τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου εισοδήματός του και».

β) Η υποπερίπτωση αα ́ της περίπτωσης β ́ της παρ. 1αντικαθίσταται ως εξής:

«αα) Είναι κάτοχος ατομικής επαγγελματικής άδειας αλιείας και ιδιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, μισθωτής ή συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην εκμετάλλευση επαγγελματικού αλιευτικού σκάφους, εκτός από σκάφη υπερπόντιας αλιείας ή απασχολείται στην υδατοκαλλιέργεια ως κάτοχος ή μισθωτής υδατοκαλλιεργητικής εκμετάλλευσης. Το ως άνω φυσικό πρόσωπο ασχολείται με μία ή περισσότερες εκ των ανωτέρω δραστηριοτήτων τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του και λαμβάνει από την απασχόλησή του αυτή το 50% τουλάχιστον του ετήσιου εισοδήματός του.»
γ) Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της υποπερίπτωσης

γγ ́ της περίπτωσης β ́ της παραγράφου 1 αντικαθίσταταιως εξής:
«Οι προϋποθέσεις της απόληψης του 50% τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου εισοδήματος και της προμήθειας καυσίμων θαλάσσης απαιτείται να συντρέχουν για τους ιδιοκτήτες επαγγελματικών αλιευτικών σκαφών ολικού μήκους μέχρι έξι (6) μέτρα.»

Η δεύτερη σημαντική αλλαγή  αφορά  τη φορολογική κλίμακα για το εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα. Σύμφωνα με το νέο νόμο  παρ 6 άρθρο 112 του Ν. 4387/2016 ( σε αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 4172/2013) τα κέρδη από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα φορολογούνται πλέον με την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 αυτοτελώς χωρίς τα εισοδήματα αυτά να αθροίζονται με τυχόν εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Εισόδημα φυσικών προσώπων από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα
Συντελεστής
0-20.000
22%
20,000,01-30,000
29%
30,000,01-40,000
37%
40,000,01-
45%

Η τρίτη σημαντική αλλαγή αφορά τη  μείωση φόρου εισοδήματος. Συγκεκριμένα στο πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 22 Μαΐου εισάγεται μια διευκρίνιση για την περίπτωση που αποκτάται εισόδημα από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ, μαζί με εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα. 
Σε αυτή την περίπτωση υπολογίζεται η προαναφερθείσα μείωση του φόρου, αλλά μόνον στο εισόδημα που αποκτάται από την αγροτική δραστηριότητα. Παράλληλα, αναφέρεται πως εφόσον μαζί με τα εισοδήματα του προηγούμενου εδαφίου αποκτάται και εισόδημα από μισθωτή εργασία ή συντάξεις, η μείωση του φόρου θα είναι αυτή που αναλογεί στο μέρος του εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία και συντάξεις καθώς και αγροτική δραστηριότητα.

Αναλυτικότερα στην περίπτωση που αποκτάται εισόδημα από μισθούς και συντάξεις μαζί με εισόδημα ατομικής αγροτικής επιχείρησης, η μείωση φόρου υπολογίζεται μία φορά για το σύνολο των εισοδημάτων. Στην περίπτωση που αποκτάται εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις ή και από ατομική αγροτική επιχείρηση μαζί με εισόδημα από λοιπές κατηγορίες, η μείωση του φόρου θα είναι αυτή που αναλογεί μόνο στο μέρος του εισοδήματος που προέρχεται αποκλειστικά από μισθωτή εργασία και συντάξεις ή και από ατομική αγροτική επιχείρηση.

Επίσης με την παράγραφο 2 του άρθρου 112 του Ν. 4387/2016, αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 του Ν. 4172/2013 και πλέον εφαρμόζεται  διαφορετική έκπτωση φόρου η οποία συνδέεται με τον αριθμό των τέκνων. Η μείωση του φόρου βάσει του νέου άρθρου 16 εκτός από τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, υπολογίζεται και όσους έχουν εισοδήματα από ατομική   αγροτική επιχείρηση.
 
Επιπλέον με τις διατάξεις της περ. β της παρ. 3 του άρθρου 44 του Ν.4389/2016 που πρόσθεσαν νέο εδάφιο στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 4172/2013 διευκρινίζεται ότι, η μείωση του φόρου για τους ασκούντες αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα  μειώνεται κατά το ποσό των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ για το φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 11, όταν το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Η μείωση του φόρου ανέρχεται σε χίλια εννιακόσια πενήντα (1.950) ευρώ για το φορολογούμενο με ένα (1) εξαρτώμενο τέκνο, σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για δύο (2) εξαρτώμενα τέκνα και σε δύο χιλιάδες εκατό (2.100) ευρώ για τρία (3) εξαρτώμενα τέκνα και άνω. Εάν το ποσό του φόρου είναι μικρότερο των ποσών αυτών, η μείωση του φόρου περιορίζεται στο ποσό του αναλογούντος φόρου.

Για φορολογητέο εισόδημα το οποίο υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, το ποσό της μείωσης μειώνεται κατά δέκα (10) ευρώ ανά χίλια (1.000) ευρώ του φορολογητέου εισοδήματος

Σημειώνουμε ότι από 01.01.2016 τα εισοδήματα από αγροτική δραστηριότητα υπόκειται σε ποσοστό 100% προκαταβολής φόρου  και σε εισφορά αλληλεγγύης για εισοδήματα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων ως εξής:

Εισόδημα
Συντελεστής εισφοράς αλληλεγγύης
0,00 -   12.000,00
0%
12.000,01 -   20.000,00
2,2%
20.000,01 -   30.000,00
5,0%
30.000,01 -   40.000,00
6,5%
40.000,01 -   65.000,00
7,5%
65.000,01 - 220.000,00
9,0%
220.000,01 -
10,0%

Τέλος με το Νόμο 4389/2016 το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «Ειδικά, για τους ασκούντες ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, στον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα περιλαμβάνονται εκ των άμεσων ενισχύσεων του Πυλώνα I της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, όπως αυτές ορίζονται, μόνο η βασική ενίσχυση καθώς και, κατά το ποσό που υπερβαίνουν τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, οι πράσινες και συνδεδεμένες ενισχύσεις. Οι αγροτικές αποζημιώσεις στο σύνολό τους δεν περιλαμβάνονται στον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα.».  Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται για τα εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2016 και εφεξής.

*του Αναστάσιου Λυμπερίου

*ο κ. Αναστάσιος Λυμπερίου είναι Οικονομολόγος, Λογιστής Α’ Τάξης και Υποψήφιος Διδάκτωρ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Μέλος της Συνέλευσης των Αντιπροσώπων του Οικονομικού Επιμελητήριου Ελλάδας.

ΠΗΓΗ:www.parapolitika.gr

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Grant Thornton : Αυτοί είναι οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα από 1/1/2017 σε σχέση με τα άλλα γειτονικά κράτη!!!




Η φορολογία στην Ελλάδα τόσο για τα νομικά όσο και για τα φυσικά πρόσωπα, όπως επίσης και οι ασφαλιστικές εισφορές που θα ισχύουν από 1.1.2017 υπερβαίνουν κατά πολύ τα ισχύοντα στα γειτονικά κράτη. 
Συγκεκριμένα:
  • Φορολογία νομικών προσώπων: O εταιρικός φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα (29%) είναι σημαντικά υψηλότερος μεταξύ των αντίστοιχων συντελεστών των γειτονικών χωρών. Το γενικότερο φορολογικό καθεστώς στην Ελλάδα, οι αδικαιολόγητα συχνές τροποποιήσεις των φορολογικών νόμων δημιουργούν ανασφάλεια που λειτουργεί ως αντικίνητρο στις επενδύσεις, ιδίως όταν οι φορολογικοί συντελεστές στην ευρύτερη περιοχή είναι αρκετά πιο χαμηλοί. Συγκεκριμένα, ο συντελεστής φορολογίας εταιρικών κερδών είναι:
10%: Βουλγαρία
10%: ΠΓΔΜ
12,5%: Κύπρος
15%: Αλβανία
16%: Ρουμανία
20%: Τουρκία
29%: Ελλάδα
  • Φορολογία φυσικών προσώπων: Η φορολογική επιβάρυνση για τους Έλληνες φορολογικούς κατοίκους είναι σημαντικά μεγαλύτερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη των χωρών της περιοχής μας. Η αναπροσαρμογή προς τα πάνω της ενιαίας κλίμακας φόρου εισοδήματος για μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες και η παγιοποίηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης έχουν οδηγήσει στην αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεών, όταν στις γειτονικές χώρες. Οι ανώτατοι συντελεστές φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για κάθε μία από τις γειτονικές χώρες διαμορφώνονται ως εξής:
10%(flat tax):     Βουλγαρία
10%(flat tax):     ΠΓΔΜ
16%(flat tax):     Ρουμανία
13% - 23%:  Αλβανία (23% για εισοδήματα άνω των €11.400)
15% - 35%:  Τουρκία (35% για εισοδήματα άνω των €31.000)
20% - 35%:  Κύπρος  (35% για εισοδήματα άνω των €60.000)
22% - 45%:  Ελλάδα  (45% για εισοδήματα άνω των €40.000) πλέον
2,2%-10%:   Εισφορά αλληλεγγύης (10% για εισοδήματα άνω των €220.000).
  • Ασφαλιστικές εισφορές στις γειτονικές χώρες: Αισθητή είναι η διαφορά και ως προς το ανώτατο ετήσιο ποσό ασφαλιστικών εισφορών σε σύγκριση με τις γειτονικές χώρες. Η διαφορά οφείλεται όχι μόνο στους χαμηλότερους συντελεστές εισφορών στις άλλες χώρες, αλλά κυρίως στην χαμηλότερη ανώτατη βάση ασφαλιστέου εισοδήματος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών. Στην Ελλάδα το ανώτατο ετήσιο ποσό ασφαλιστέου εισοδήματος υπερβαίνει κατά πολύ το αντίστοιχο στις γειτονικές χώρες. Έτσι, το μέγιστο ποσό ασφαλιστικών εισφορών ετησίως διαμορφώνεται ως εξής:
€5.000:  Βουλγαρία (μισθωτοί)
€3.900:  Βουλγαρία (ελεύθεροι επαγγελματίες)
€12.800:     Ρουμανία (μισθωτοί)
€9.400:  Κύπρος (μισθωτοί)
€2.100:  Αλβανία (ελεύθεροι επαγγελματίες)
€10.930:     Τουρκία (μισθωτοί)
€33.685:     Ελλάδα (μισθωτοί από 1.1.2017)
€18.950-€26.700: Ελλάδα (ελεύθεροι επαγγελματίες και λοιποί από 1.1.2017)
  • Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων που μπορεί να καταβληθεί για ετήσιο εισόδημα €70.000 ανά χώρα ανέρχεται κατά προσέγγιση σε:
€7.000:     Βουλγαρία και ΠΓΔΜ
€11.200:   Ρουμανία
€14.385:   Κύπρο
€14.960:   Αλβανία
€21.240:   Τουρκία 
€28.151:   Ελλάδα (χωρίς να υπολογίζεται προκαταβολή).
  • Το ποσοστό της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης στα φυσικά πρόσωπα με το ίδιο ετήσιο εισόδημα (€70.000) ανέρχεται περίπου σε:
53%-59%:  Ελλάδα
40%:     Τουρκία
30%:     Ρουμανία
30%:     Κύπρο
20%:     Αλβανία
15%:     Βουλγαρία  
  • Σύμφωνα με έρευνα του ΟΟΣΑ, η φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με το ΑΕΠ αυξήθηκε στην Ελλάδα το χρονικό διάστημα 2000-2014 κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες, από 33,2% σε 35,9%. Η  μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε το 2014, όταν το ποσοστό της φορολογικής επιβάρυνσης μεταβλήθηκε από 34,4% σε 35,9%, δηλαδή κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα σε ένα μόνο έτος. Το ίδιο χρονικό διάστημα (2000-2014) ο μέσος όρος της φορολογικής επιβάρυνσης σε σχέση με το ΑΕΠ αυξήθηκε στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες μόνο (34,2% σε 34,4%). Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2000 η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερη κατά μια ποσοστιαία μονάδα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (33,2% έναντι 34,2%).
     
  • Η δομή των φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα συντίθεται κατά 39% από την έμμεση φορολογία σε αγαθά και υπηρεσίες (το 7ο υψηλότερο ποσοστό σε σύγκριση με τα 34 κράτη μέλη του ΟΟΣΑ), κατά 31% από τις ασφαλιστικές εισφορές (το 14ο υψηλότερο ποσοστό), κατά 18% από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (το 24ο υψηλότερο ποσοστό), κατά 8% από τον φόρο ακίνητης περιουσίας (το 10ο υψηλότερο ποσοστό) και κατά 4% από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων (το 30ο υψηλότερο ποσοστό)
     
  • Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές, η αδυναμία εντοπισμού και τιμωρίας καθώς και το ύψος των επαπειλούμενων προστίμων αποτελούν κίνητρα για φοροδιαφυγή αφού το σχετικό όφελος από την απόκρυψη εισοδημάτων είναι μεγάλο και προδιαθέτει την ηθελημένη μη συμμόρφωση.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Υποχρεωτικά βιβλία για αγρότες ετεροεπαγγελματίες

Ακόμα και αν είναι κάτω από τα όρια της υποχρεωτικής ένταξης στα βιβλία οι αγρότες, εάν βρίσκονται στο καθεστώς βιβλίων από άλλη δραστηριότητα (ετεροεπαγγελματίες), μπαίνουν υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς και για την αγροτική τους εκμετάλλευση, σύμφωνα με το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών που κατατέθηκε στις 13 Ιουλίου.

Βάσει του νέου πολυνομοσχεδίου -εφόσον ψηφιστεί η εν λόγω διάταξη- οι αλλαγές αυτές στο άρθρο 41 θα ισχύουν από 1.1.2017.

Ουσιαστικά δηλαδή, καταργείται η δυνατότητα που έδινε ο νόμος 1024/2014 που όριζε ότι σε περίπτωση που παράλληλα με την αγροτική τους εκμετάλλευση οι αγρότες ασκούσαν και άλλη δραστηριότητα, για την ένταξή τους στα βιβλία κρίνονταν αυτοτελώς για κάθε δραστηριότητα.

Παράλληλα όλοι πλέον οι αγρότες που πουλάνε τα προϊόντα τους σε λαϊκές αγοράς και ανεξαρτήτως εισοδηματικών κριτηρίων υπάγονται στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, με όλες τις υποχρεώσεις που προβλέπονται για την τήρηση βιβλίων, την έκδοση αποδείξεων και την κατάθεση περιοδιικών δηλώσεων ΦΠΑ. Αντιθέτως, παύουν να υπάγονται στο ειδικό καθεστώς οι αγρότες που παραδίδουν προϊόντα παραγωγής τους από λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις των προϊόντων τους προς άλλο κράτος μέλος της EE.

Επιπλέον σημειώνεται, ότι το όριο για τα βιβλία των 15.000 ευρώ από την πώληση αγροτικών προϊόντων και παροχής αγροτικών υπηρεσιών και των 5.000 ευρώ από την ενιαία ενίσχυση, δεν αλλάζουν, σύμφωνα με το πολυνομοσχέδιο.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση έγιναν γνωστά τα ακόλουθα:
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 47 αντικαθίσταται το άρθρο 41 του Κώδικα ΦΠΑ (κύρωση με τον ν. 2859/2000), με σκοπό τη βελτίωση και απλοποίηση του καθεστώτος Φ.Π.Α. αγροτών του ειδικού καθεστώτος και την πλήρη εναρμόνισή του με το κοινοτικό δίκαιο. Η ενέργεια αυτή κρίνεται απαραίτητη, καθώς έχει ξεκινήσει διαδικασία έρευνας παράβασης σε βάρος της χώρας μας, εκ του λόγου ότι οι διατάξεις του άρθρου 41 για επιστροφή ΦΠΑ με συντελεστή 3% στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων ιδίας παραγωγής που πραγματοποιούν στις λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή τα εξάγουν ή τα παραδίδουν σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις το εν λόγω καθεστώς καθίσταται πιο αποτελεσματικό και δίκαιο, καθώς αποκλείονται από το ειδικό καθεστώς αγρότες που από άλλη αιτία υποχρεούνται στη τήρηση βιβλίων και στοιχείων και για την οποία ήδη εντάσσονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς. Επίσης προβλέπεται για πρώτη φορά η υποχρέωση έκδοσης ειδικού στοιχείου για πωλήσεις που πραγματοποιούν οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος και σε πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο, προκειμένου η αξία των εν λόγω πωλήσεων να συμπεριλαμβάνεται στο όριο των 15.000 ευρώ που αποτελεί κριτήριο για την παραμονή στο ειδικό καθεστώς ή την υποχρεωτική ένταξη στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ.

Ειδικότερα, οι σημαντικότερες τροποποιήσεις που επέρχονται με την αντικατάσταση του άρθρου 41 είναι οι ακόλουθες:
  • Ορίζεται ότι στο ειδικό καθεστώς Φ.Π.Α. υπάγονται οι αγρότες οι οποίοι κατά την προηγούμενο φορολογικό έτος πραγματοποίησαν πωλήσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και παροχές αγροτικών υπηρεσιών, αξίας κατώτερης των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και έλαβαν επιδοτήσεις κατώτερες των πέντε χιλιάδων (5.000). Στον προσδιορισμό του ύψους των παραδόσεων για την ένταξη στο ειδικό ή στο κανονικό καθεστώς θα συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο οι χονδρικές πωλήσεις, όπως ίσχυε μέχρι τώρα, αλλά και οι λιανικές πωλήσεις. Η αλλαγή αυτή θα συντελέσει στην ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του ΦΠΑ, αφού για την ένταξη στο κανονικό ή το ειδικό καθεστώς θα λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της αξίας των παραδόσεων των προϊόντων των αγροτών και των παροχών των υπηρεσιών τους, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του αγοραστή ή του λήπτη (υποκείμενο ή μη πρόσωπο).

  • Προβλέπεται η έκδοση ειδικού στοιχείου για παραδόσεις αγροτικών προϊοντων ιδίας παραγωγής και για παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποιούν οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ προς άλλους αγρότες που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ ή προς μη υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα. Η πρόβλεψη αυτή έγινε, διότι οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος, για τις πωλήσεις που διενεργούν σε ιδιώτες καταναλωτές, δεν έχουν υποχρεώσεις τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων και εν γένει τις υποχρεώσεις που ορίζουν τα ΕΛΠ, καθώς και εξαιτίας του γεγονότος ότι για τις εν λόγω πωλήσεις οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος δεν υποχρεούνται να ενταχθούν στο κανονικό καθεστώς, σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις, βάσει των οποίων υφίσταται περιορισμός σχετικά με τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος έκπτωσης των λιανικών πωλήσεων των αγροτών του ειδικού καθεστώτος. Με την ανωτέρω πρόβλεψη επιτυγχάνεται περαιτέρω, η παρακολούθηση του συνόλου των πωλήσεων και παροχών που πραγματοποιούν οι αγρότες σε τελικούς καταναλωτές, γεγονός που θα συμβάλλει στην ενίσχυση της διαφάνειας των συναλλαγών στον αγροτικό τομέα, αλλά και την εξυγίανση του συστήματος επιστροφής ΦΠΑ στους παραγωγούς.

  • Ορίζονται οι περιορισμοί υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ αγροτών. Ειδικότερα, οι αγρότες, οι οποίοι μέχρι σήμερα υπάγονταν παράλληλα και στο κανονικό καθεστώς και στο ειδικό του άρθρου 41 ή δεν δικαιούνταν επιστροφής ΦΠΑ του άρθρου 41, λόγω άσκησης και άλλης δραστηριότητας του κανονικού καθεστώτος, χωρίς ωστόσο να υποχρεούνται να είναι ενταγμένοι στο κανονικό καθεστώς και για την αγροτική τους εκμετάλλευση, με τις νέες διατάξεις υπάγονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους. Με την λύση αυτή επιτυγχάνεται ο εξορθολογισμός του συστήματος ΦΠΑ, αφού οι εν λόγω αγρότες θα αντιμετωπίζονται ομοιόμορφα για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους και θα μπορούν να ασκήσουν έκπτωση του φόρου των εισροών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή των αγροτικών τους προϊόντων, κάτι που με βάση το υφιστάμενο καθεστώς δεν μπορούν να πράξουν.

  • Ορίζεται, τέλος με σαφήνεια ο χρόνος και ο τρόπος μετάταξης από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς και αντίστροφα και ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στις μετατάξεις αυτές.

  • Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17 προβλέπεται έναρξη της ισχύος των προτεινόμενων διατάξεων του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ από την 1η Ιανουαρίου 2017, αφενός για να δοθεί εύλογος χρόνος για την προσαρμογή στις νέες τους υποχρεώσεις των αγροτών που με τις προτεινόμενες διατάξεις δεν δικαιούνται να εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς, αφετέρου για λόγους μη διατάραξης της εύρυθμης εφαρμογής του ισχύοντος ειδικού καθεστώτος αγροτών έως το τέλος του φορολογικού έτους.



Να σημειωθεί ότι βάσει του νέου πολυνομοσχεδίου -εφόσον ψηφιστεί η εν λόγω διάταξη- οι αλλαγές αυτές στο άρθρο 41 θα ισχύουν από 1.1.2017.
 

Πως διαμορφώνεται το άρθρο 41 του ν. 2859/2000:

Άρθρο 41. Ειδικό καθεστώς αγροτών (υφιστάμενο καθεστώς)
1. Οι αγρότες, οι οποίοι κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο πραγματοποίησαν ακαθάριστα έσοδα από την πώληση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και την παροχή αγροτικών υπηρεσιών κατώτερα των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και δικαιούνταν να λάβουν δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης κατώτερα των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, υπάγονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος. Οι εν λόγω αγρότες δεν υποχρεούνται στην τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων και δικαιούνται επιστροφής του φόρου του παρόντος νόμου που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποίησαν για την άσκηση της εκμετάλλευσής τους.

2. Η επιστροφή του φόρου ενεργείται από το Δημόσιο με καταβολή στον αγρότη ποσού, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή κατ' αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%), στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών του Παραρτήματος IV του παρόντος προς άλλους υποκείμενους στο φόρο, εκτός των αγροτών που υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου. Για την πραγματοποίηση της επιστροφής αυτής υποβάλλεται δήλωση - αίτηση επιστροφής.

Ειδικά για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων δικής τους παραγωγής που πραγματοποιούνται από αγρότες του παρόντος άρθρου από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή εξάγονται ή παραδίδονται σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., η επιστροφή πραγματοποιείται με την εφαρμογή κατ' αποκοπή συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) στην αξία των εν λόγω πωλήσεων, όπως αυτή προκύπτει από το τηρούμενο βιβλίο, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία.

Για την παράδοση αγροτικών προϊόντων από την αγροτική εκμετάλλευση σε δραστηριότητα που περιγράφεται στο προηγούμενο εδάφιο εκδίδεται ειδικό στοιχείο που περιλαμβάνει το είδος, την ποσότητα, την ποιότητα και την κανονική αξία των παραδιδόμενων αγαθών, όπως αυτή ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19. Το ειδικό αυτό στοιχείο εκδίδεται και από αγρότες που εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς, προκειμένου να προσδιορίζονται τα ακαθάριστα έσοδα της αγροτικής εκμετάλλευσης.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, ως αξία των παραδιδόμενων προϊόντων ή των παρεχόμενων υπηρεσιών, λαμβάνεται αυτή που προκύπτει από τα οικεία νόμιμα παραστατικά, με την προϋπόθεση ότι η παραγωγή προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών προέρχεται από εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων που είτε ανήκουν στον αγρότη κατά κυριότητα, είτε έχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης με οποιαδήποτε έννομη σχέση.

Σε περίπτωση παράδοσης αγροτικών προϊόντων από τρίτους υποκείμενους στο φόρο, για λογαριασμό των παραγωγών αγροτών, η παραπάνω αξία λαμβάνεται χωρίς φόρο και προμήθεια.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 30, 31, 32, 36 και 38 δεν εφαρμόζονται για τους αγρότες που υπάγονται στο καθεστώς του άρθρου αυτού.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στους αγρότες που:

α) ασκούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και παρέχουν τις αγροτικές υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 42, με τη μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου ή αγροτικών συνεταιρισμών,

β) πωλούν αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους, ύστερα από επεξεργασία που μπορεί να προσδώσει σε αυτά χαρακτήρα βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων,

γ) ασκούν παράλληλα και άλλη οικονομική δραστηριότητα, για την οποία έχουν υποχρέωση να τηρούν βιβλία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τους αγρότες που πωλούν προϊόντα δικής τους παραγωγής από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις προς άλλο κράτοςμέλος της Ε.Ε., καθώς και για τους αγρότες οι οποίοι εντάσσονται στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, σύμφωνα με το ν. 3874/2010 (Α' 151) και ασχολούνται με τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW ή τη λειτουργία αγροτου ριστικών μονάδων έως 10 δωματίων.

5. Οι αγρότες της παραγράφου 4 εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς του φόρου για τις δραστηριότητες αυτές, εφόσον για τις εν λόγω δραστηριότητες υποχρεούνται στην τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

6. Οι αγρότες μπορούν να μετατάσσονται από το ειδικό καθεστώς του άρθρου αυτού στο κανονικό με δήλωσή τους που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης. Στην περίπτωση που η μετάταξη πραγματοποιείται από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου, η δήλωση υποβάλλεται εντός δέκα (10) ημερών από την έναρξη αυτής και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν από την πάροδο πενταετίας. Στην περίπτωση που η μετάταξη πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής περιόδου, ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία υποβάλλεται η δήλωση και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει από την έναρξη της επόμενης από τη μετάταξη διαχειριστικής περιόδου.

Στην περίπτωση υποχρεωτικής ένταξης στο κανονικό καθεστώς, λόγω μη πλήρωσης των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο αγρότης υποχρεούται στην υποβολή δήλωσης μεταβολής εντός δέκα (10) ημερών από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου. Ειδικά για την πρώτη εφαρμογή, η εν λόγω δήλωση υποβάλλεται έως 15.4.2014 για τους υπόχρεους τήρησης διπλογραφικών βιβλίων και έως 20.5.2014 για τους υπόχρεους τήρησης απλογραφικών βιβλίων.

Μετάταξη από το κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου στο ειδικό καθεστώς αγροτών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από την έναρξη διαχειριστικής περιόδου με υποβολή δήλωσης στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης εντός δέκα (10) ημερών από την έναρξη αυτής.

7. Οι μετατασσόμενοι είναι υποχρεωμένοι να διενεργούν, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μετάταξη, απογραφή που να περιλαμβάνει:

α) τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων, στα οποία περιλαμβάνονται όσα έχουν συλλεχθεί, οι ηρτημένοι καρποί και οι καλλιέργειες που βρίσκονται σε εξέλιξη, κατά συντελεστή του κατ' αποκοπή φόρου,

β) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής, όπως σπόρων, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, ζωοτροφών και λοιπών συναφών, κατά συντελεστή φόρου,

γ) τα αγαθά επένδυσης, εφόσον είναι χρησιμοποιήσιμα για τους σκοπούς της επιχείρησης και δεν παρήλθε η πενταετής περίοδος του διακανονισμού.

Τα αποθέματα των πιο πάνω περιπτώσεων β' και γ' απογράφονται σε τιμές κόστους.

8. Τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων θεωρούνται:

α) ως αγορές του κανονικού καθεστώτος απόδοσης του φόρου, σε τιμή πώλησης κατά το χρόνο της μετάταξης, με δικαίωμα να εκπέσουν τον κατ'αποκοπή φόρο, στην περίπτωση που γίνεται μετάταξη από το καθεστώς των αγροτών στο κανονικό καθεστώς,

β) ως παράδοση αγαθών σε τιμή πώλησης, υποκείμενη στο φόρο με τον κατ' αποκοπή συντελεστή, στην περίπτωση που γίνεται μετάταξη από το κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου στο καθεστώς των αγροτών.

9. Σε περίπτωση μετάταξης από το ειδικό καθεστώς των αγροτών στο κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου, οι μετατασσόμενοι δικαιούνται να εκπέσουν το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί:

α) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής,

β) τα αγαθά επένδυσης, κατά το μέρος του φόρου που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη της πενταετούς περιόδου διακανονισμού.

10. Σε περίπτωση μετάταξης από το κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου στο καθεστώς των αγροτών, οι μετατασσόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί:

α) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής,

β) τα αγαθά επένδυσης, κατά το μέρος τους που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη του διακανονισμού της πενταετούς περιόδου.

11. Για τα απογραφόμενα αγαθά που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 7, υποβάλλεται, μέσα σε δύο (2) μήνες, από τη μετάταξη, δήλωση που περιλαμβάνει την αξία των αποθεμάτων και το φόρο που εκπίπτεται ή καταβάλλεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των πιο πάνω παραγράφων 8, 9 και 10.

Ο φόρος αυτός καταβάλλεται ή εκπίπτεται, κατά περίπτωση, με την πιο πάνω δήλωση για την οποία εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 38.

Ειδικά για τους αγρότες που υπάγονται στο κανονικό καθεστώς από 1.1.2014, η δήλωση αποθεμάτων υποβάλλεται έως τις 31.5.2014.

12. Οι αγρότες που αρχίζουν για πρώτη φορά τις εργασίες τους και επιθυμούν να υπαχθούν στο κανονικό καθεστώς υποβάλλουν δήλωση έναρξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4174/2013.

13. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζεται ότι η επιστροφή του φόρου ενεργείται από τον αγοραστή των αγροτικών προϊόντων ή το λήπτη των αγροτικών υπηρεσιών.

14. Με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ορίζονται:

α) ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής της δήλωσης - αίτησης επιστροφής, ο τύπος και το περιεχόμενο αυτής, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εκκαθάριση και την απόδοση του επιστρεπτέου φόρου,

β) ο τύπος και το περιεχόμενο του ειδικού στοιχείου που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 2,

γ) ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης μετάταξης που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 7 και της δήλωσης αποθεμάτων που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 12, καθώς επίσης και τα συνυποβαλλόμενα με αυτές στοιχεία.

15. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορούν να ορίζονται οι αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις ως φορείς που μεσολαβούν στην υποβολή των αιτήσεων επιστροφής και γενικά στη διαδικασία επιστροφής του φόρου, καθώς και η αμοιβή τους για τις υπηρεσίες τους αυτές. Με όμοιες αποφάσεις μπορεί να αναπροσαρμόζεται η ανωτέρω αμοιβή.



Άρθρο 41. Ειδικό καθεστώς αγροτών (βάσει του πολυνομοσχεδίου)

1. Οι αγρότες, οι οποίοι κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος πραγματοποίησαν προς οποιοδήποτε πρόσωπο παραδόσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και παροχές αγροτικών υπηρεσιών των οποίων η αξία ήταν κατώτερη των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και έλαβαν επιδοτήσεις κατώτερες των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, υπάγονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη των παρ. 4 και 5. Οι εν λόγω αγρότες δεν επιβαρύνουν με φόρο προστιθέμενης αξίας τις παραδόσεις των αγαθών τους και τις παροχές των υπηρεσιών τους και δικαιούνται επιστροφής-του φόρου του παρόντος νόμου που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποίησαν για την άσκηση της αγροτικής εκμετάλλευσής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 2 και 3.

2. Η επιστροφή του φόρου ενεργείται από το Δημόσιο με καταβολή στον αγρότη ποσού, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή κατ' αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%), στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών του Παραρτήματος IV του παρόντος προς άλλους υποκείμενους στο φόρο. Για την πραγματοποίηση της επιστροφής αυτής υποβάλλεται δήλωση - αίτηση επιστροφής.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. αυτής, ως αξία των παραδιδόμενων προϊόντων ή των παρεχόμενων υπηρεσιών, λαμβάνεται αυτή που προκύπτει από τα οικεία νόμιμα λογιστικά στοιχεία (παραστατικά), με την προϋπόθεση ότι η παραγωγή προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών προέρχεται από εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων που είτε ανήκουν στον αγρότη κατά κυριότητα, είτε έχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης με οποιαδήποτε έννομη σχέση.

Σε περίπτωση παράδοσης αγροτικών προϊόντων από τρίτους υποκείμενους στο φόρο, για λογαριασμό των παραγωγών αγροτών, η παραπάνω αξία λαμβάνεται χωρίς φόρο και προμήθεια.

3. Οι διατάξεις της παρ. 2 δεν εφαρμόζονται για παραδόσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και για παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποιούνται προς άλλους αγρότες που υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου ή προς μη υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα. Για τις εν λόγω πράξεις εκδίδεται ειδικό στοιχείο που περιλαμβάνει το είδος, την ποσότητα και την αξία των παραδιδόμενων αγαθών ή το είδος και την αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η αξία που αναγράφεται επί του ειδικού στοιχείου λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας του πρώτου εδαφίου της παρ. 1.

4. Οι διατάξεις των άρθρων 30, 31 και 32 δεν εφαρμόζονται για τους αγρότες που υπάγονται στο καθεστώς του άρθρου αυτού. Το αυτό ισχύει και για τις διατάξεις των άρθρων 36 και 38, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις που αφορούν ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών.

5. Δεν υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου, αλλά εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς οι αγρότες οι οποίοι:

α) ασκούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και παρέχουν τις αγροτικές υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 42, με τη μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου ή αγροτικών συνεταιρισμών,

β) πωλούν αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους, ύστερα από επεξεργασία που μπορεί να προσδώσει σε αυτά χαρακτήρα βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων, γ) ασκούν παράλληλα και άλλη οικονομική δραστηριότητα, για την οποία έχουν υποχρέωση να τηρούν λογιστικά αρχεία (βιβλία) σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, δ) παραδίδουν προϊόντα παραγωγής τους από λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις των προϊόντων τους προς άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε.

Η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία συντρέχει μία των προϋποθέσεων των ανωτέρω περίπτωσης. Για την ένταξη στο κανονικό καθεστώς υποβάλλεται δήλωση έναρξης ή μεταβολών, κατά περίπτωση., σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α'170). Αν η ένταξη στο κανονικό καθεστώς πραγματοποιείται εντός του φορολογικού έτους, οι αγρότες έχουν δικαίωμα επιστροφής, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, για πράξεις που πραγματοποιούνται κατά το χρόνο ένταξής τους στο καθεστώς του παρόντος άρθρου.

6. Οι αγρότες που εντάσσονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου μπορούν να επιλέξουν τη μετάταξή τους στο κανονικό καθεστώς με υποβολή δήλωσης μεταβολών στη Φορολογική Διοίκηση.

Η προαιρετική μετάταξη από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς ισχύει είτε από την έναρξη του φορολογικού έτους και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν την πάροδο τριετίας, είτε από την ημερομηνία υποβολής της ανωτέρω δήλωσης αν η μετάταξη πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν την πάροδο τριετίας, η οποία αρχίζει από την έναρξη του επόμενου από τη μετάταξη φορολογικού έτους.

Η υποχρεωτική μετάταξη από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς, λόγω μη πλήρωσης των κριτηρίων που αναφέρονται στην παρ. 1, ισχύει από την έναρξη του φορολογικού έτους με υποβολή δήλωσης μεταβολών. Η μη υποβολή της δήλωσης μεταβολών δεν επηρεάζει την υποχρεωτική μετάταξη στο κανονικό καθεστώς.

Μετάταξη από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από την έναρξη του φορολογικού έτους με υποβολή δήλωσης μεταβολών στη φορολογική Διοίκηση, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται τα κριτήρια της παρ. 1 και δεν υφίστανται οι περιορισμοί των περιπτ. α' έως και δ' της παρ. 5.

7. Οι μετατασσόμενοι είναι υποχρεωμένοι να διενεργούν, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μετάταξη, απογραφή που να περιλαμβάνει:

α) τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων, στα οποία περιλαμβάνονται όσα έχουν συλλεχθεί, οι ηρτημένοι καρποί και οι καλλιέργειες που βρίσκονται σε εξέλιξη, β) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής, όπως σπόρων, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, ζωοτροφών και λοιπών συναφών, κατά συντελεστή φόρου,

γ) τα αγαθά επένδυσης, εφόσον χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της επιχείρησης και

δεν παρήλθε η πενταετής περίοδος του διακανονισμού.

Τα αποθέματα των πιο πάνω περιπτ. β' και γ' απογράφονται σε τιμές κόστους.

8. Τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων θεωρούνται:

α) ως αγορές του κανονικού καθεστώτος απόδοσης του φόρου, σε τιμή πώλησης κατά το χρόνο της μετάταξης, με δικαίωμα να εκπέσουν τον κατ' αποκοπή φόρο, αν γίνεται μετάταξη από το ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου στο κανονικό καθεστώς, β) ως παράδοση αγαθών σε τιμή πώλησης, υποκείμενη στο φόρο με τον κατ' αποκοπή συντελεστή, αν γίνεται μετάταξη από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς.

9. Σε περίπτωση μετάταξης από το ειδικό καθεστώς στο κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου, οι μετατασσόμενοι δικαιούνται να εκπέσουν το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί:

α) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής,

β) τα αγαθά επένδυσης, κατά το μέρος του φόρου που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη της

πενταετούς περιόδου διακανονισμού.

10. Σε περίπτωση μετάταξης από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, οι μετατασσόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί:

α) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής,

β) τα αγαθά επένδυσης, κατά το μέρος τους που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη του

διακανονισμού της πενταετούς περιόδου.

11. Για τα απογραφόμενα αγαθά που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 7 υποβάλλεται, μέσα σε δύο (2) μήνες από τη μετάταξη, δήλωση που περιλαμβάνει την αξία των αποθεμάτων και το φόρο που εκπίπτεται ή καταβάλλεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των πιο πάνω παρ. 8, 9 και 10.

Ο φόρος αυτός εκπίπτεται με τη δήλωση φΠΑ του άρθρου 38 της φορολογικής περιόδου κατά την οποία πραγματοποιείται η μετάταξη. Για τους αγρότες που μετατάσσονται από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, η δήλωση για την απόδοση του φόρου υποβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που υποβάλλεται η δήλωση αποθεμάτων.

12. Οι αγρότες που αρχίζουν για πρώτη φορά τις εργασίες τους και επιθυμούν να υπαχθούν στο κανονικό καθεστώς υποβάλλουν δήλωση έναρξης. Οι αγρότες που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, πριν την υποβολή της δήλωσης - αίτησης επιστροφής του φόρου εγγράφονται στο καθεστώς αυτό με δηλούμενη ημερομηνία τουλάχιστον την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου φορολογικού έτους, προκειμένου να έχουν δικαίωμα επιστροφής για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων και παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποίησαν κατά το φορολογικό έτος αυτό.

Η ανωτέρω υποχρέωση εγγραφής στο ειδικό καθεστώς αγροτών καταλαμβάνει και τους αγρότες που πραγματοποιούν αποκλειστικά τις πράξεις της παρ. 3.

13. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζεται ότι η επιστροφή του φόρου ενεργείται από τον αγοραστή των αγροτικών προϊόντων ή τον λήπτη των αγροτικών υπηρεσιών.

14. Με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ορίζονται:

α) ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής της δήλωσης - αίτησης επιστροφής, ο τύπος και το περιεχόμενο αυτής, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εκκαθάριση και την απόδοση του επιστρεπτέου φόρου,

β) ο τύπος και το περιεχόμενο του ειδικού στοιχείου που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 3, καθώς και κάθε άλλο διαδικαστικό θέμα,

γ) ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης μετάταξης που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 7 και της δήλωσης αποθεμάτων που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 12, καθώς επίσης και τα συνυποβαλλόμενα με αυτές στοιχεία.

15. Με απόφαση του υπουργού Οικονομικών μπορούν να ορίζονται οι αγροτικοί συνεταιρισμοί ως φορείς που μεσολαβούν στην υποβολή των δηλώσεων - αιτήσεων επιστροφής και γενικά στη διαδικασία επιστροφής του φόρου.»


Πηγή : www.agronews.gr